Λεξικό
hato
Στην Ελληνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη " hato" σημαίνει: περιστέρι

Στην Ιαπωνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη "hato" γράφεται ως:
|
|
 |
|
| Η λέξη δημοσιεύτηκε από τον χρήστη Monkey D Luffy στις 30/11/2007 και έχει προβληθεί 3607 φορές από επισκέπτες. |
|
 |
|
|
otoko, uzumaki, kaze, ore, musume, hashi, kin, gomen, kuchi, majime, kirei, hai, san, shinjiru, maji, urusai, matte, ahen, toko, terebi, hatake, tsuchi, sakura, donoyouni, densha, tori, sakana, yama, chichi, sugoi, dare, zutto, in'you, tengoku, kumo
|
|
 |
|
Το ξέρετε ότι αυτή η λέξη έχει μπει στην λίστα μας από τα ίδια μας τα μέλη; Εάν επιθυμείτε να προσθέσετε και εσείς μια λέξη που λείπει από την λίστα, πατήστε εδώ.
| |
| Τελευταίες Καταχωρήσεις Τίτλων |










|
| Τελευταίες Παρουσιάσεις Τίτλων |










|
|
|


 |
|
17/09

15/09

14/09

14/09

14/09

11/09

11/09

11/09

11/09

11/09

|
 |
|