Λεξικό
kao
Στην Ελληνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη " kao" σημαίνει: πρόσωπο (στο κεφάλι)

Στην Ιαπωνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη "kao" γράφεται ως:
|
|
 |
|
| Η λέξη δημοσιεύτηκε από τον χρήστη elissaios στις 25/08/2007 και έχει προβληθεί 3837 φορές από επισκέπτες. |
|
 |
|
|
maru, shin / yon, desu, yamete, sakura, ichi, barabara, tantei, shoujo, nihon, hondana, zettai, chikushou, gohan, mimi, makeru, hidari, kujyaku, kage, kowai, bokken, sumimasen, mogura, tengoku, taida, zenmen, kagami, hokori, aoi, atama, kuchi, chuugoku, saiban, shijin, keiji
|
|
 |
|
Το ξέρετε ότι αυτή η λέξη έχει μπει στην λίστα μας από τα ίδια μας τα μέλη; Εάν επιθυμείτε να προσθέσετε και εσείς μια λέξη που λείπει από την λίστα, πατήστε εδώ.
| |
| Τελευταίες Καταχωρήσεις Τίτλων |










|
| Τελευταίες Παρουσιάσεις Τίτλων |










|
|
|


 |
|
17/09

15/09

14/09

14/09

14/09

11/09

11/09

11/09

11/09

11/09

|
 |
|