Λεξικό
tori
Στην Ελληνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη " tori" σημαίνει: πτηνό, πουλί

Στην Ιαπωνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη "tori" γράφεται ως:
|
|
 |
|
| Η λέξη δημοσιεύτηκε από τον χρήστη Blademaster_X στις 19/09/2007 και έχει προβληθεί 3362 φορές από επισκέπτες. |
|
 |
|
|
gakkou, tamago, migi, rei, doko, ku / kyuu, shyuukyou, shichou, kami, tora, akumagari, negai, ringo, tonakai, itai, chikara, uso, tokei, ousama, jinken, naka, imi, setomono, shio, en, hibiki, mugen, kore, ichigo, higashi, matsuei, juuken, yamete, hoshi, otoosan
|
|
 |
|
Το ξέρετε ότι αυτή η λέξη έχει μπει στην λίστα μας από τα ίδια μας τα μέλη; Εάν επιθυμείτε να προσθέσετε και εσείς μια λέξη που λείπει από την λίστα, πατήστε εδώ.
| |
| Τελευταίες Καταχωρήσεις Τίτλων |










|
| Τελευταίες Παρουσιάσεις Τίτλων |










|
|
|


 |
|
17/09

15/09

14/09

14/09

14/09

11/09

11/09

11/09

11/09

11/09

|
 |
|