Λεξικό
toko
Στην Ελληνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη " toko" σημαίνει: μέρος, διεύθυνση, περιοχή, το σπίτι κάποιου

Στην Ιαπωνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη "toko" γράφεται ως:
|
|
 |
|
| Η λέξη δημοσιεύτηκε από τον χρήστη vazelos3 στις 10/09/2008 και έχει προβληθεί 3992 φορές από επισκέπτες. |
|
 |
|
|
mura, imi, e, onaji, bougyo, shukudai, dewa arimasen, oni, hata, oyasumi (+nasai), apaato, hai, yukata, sato, hane, mushi, kanashii, itami, hima, tokei, shinyuu, sugoi, shinjitsu, shimauma, musuko, kitsune, makeru, shinpu, bakemono, ba, hachu-rui, warui, kusuri, kankei, kisama
|
|
 |
|
Το ξέρετε ότι αυτή η λέξη έχει μπει στην λίστα μας από τα ίδια μας τα μέλη; Εάν επιθυμείτε να προσθέσετε και εσείς μια λέξη που λείπει από την λίστα, πατήστε εδώ.
| |
| Τελευταίες Καταχωρήσεις Τίτλων |










|
| Τελευταίες Παρουσιάσεις Τίτλων |










|
|
|


 |
|
17/09

15/09

14/09

14/09

14/09

11/09

11/09

11/09

11/09

11/09

|
 |
|