Λεξικό
sato
Στην Ελληνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη " sato" σημαίνει: χωριό(σπίτι-μέρος προέλευσης ενός ατόμου)

Στην Ιαπωνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη "sato" γράφεται ως:
|
|
 |
|
| Η λέξη δημοσιεύτηκε από τον χρήστη mac13 στις 26/02/2008 και έχει προβληθεί 3768 φορές από επισκέπτες. |
|
 |
|
|
zenmen, kiniro, shinpu, bukkyou, kuni, hitorikko, atatakai, te, nani, shiragiku, jiin, zankoku, taka, miko, kao, maji, tadaima, giketsu, au, atarashii, hanabi, ane, oyasumi (+nasai), hi, in/kaiin, ringo, baiku, bushidou, arigatou, kinen-hi, biyou, megane, neji, rakuen, juku
|
|
 |
|
Το ξέρετε ότι αυτή η λέξη έχει μπει στην λίστα μας από τα ίδια μας τα μέλη; Εάν επιθυμείτε να προσθέσετε και εσείς μια λέξη που λείπει από την λίστα, πατήστε εδώ.
| |
| Τελευταίες Καταχωρήσεις Τίτλων |










|
| Τελευταίες Παρουσιάσεις Τίτλων |










|
|
|


 |
|
17/09

15/09

14/09

14/09

14/09

11/09

11/09

11/09

11/09

11/09

|
 |
|