Λεξικό
shinpu
Στην Ελληνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη " shinpu" σημαίνει: ιερέας,παπάς

Στην Ιαπωνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη "shinpu" γράφεται ως:
|
|
 |
|
| Η λέξη δημοσιεύτηκε από τον χρήστη izo στις 14/11/2007 και έχει προβληθεί 3329 φορές από επισκέπτες. |
|
 |
|
|
mamoru, kanashimi, arimasu, rekishi, zutto, kekkon, eiga, ani, kinpatsu-no, saiban, yousai, jiin, suki, kibou, nibanmeni, kibou, make, gaka, onnanoko, bi, gokigenyo, kanashii, kaisha, gara, au, ai shiteru, okami, kotae, seifu, wake, konnichiwa, hachi, fushigi, inu, maji
|
|
 |
|
Το ξέρετε ότι αυτή η λέξη έχει μπει στην λίστα μας από τα ίδια μας τα μέλη; Εάν επιθυμείτε να προσθέσετε και εσείς μια λέξη που λείπει από την λίστα, πατήστε εδώ.
| |
| Τελευταίες Καταχωρήσεις Τίτλων |










|
| Τελευταίες Παρουσιάσεις Τίτλων |










|
|
|


 |
|
17/09

15/09

14/09

14/09

14/09

11/09

11/09

11/09

11/09

11/09

|
 |
|