Λεξικό
rin
Στην Ελληνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη " rin" σημαίνει: φώσφορος

Στην Ιαπωνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη "rin" γράφεται ως:
|
|
 |
|
| Η λέξη δημοσιεύτηκε από τον χρήστη Monkey D Luffy στις 05/11/2007 και έχει προβληθεί 3614 φορές από επισκέπτες. |
|
 |
|
|
kara, e, ao, ishi, abaku, shinji, irrashaimase, ikari, sobo, yakusoku, kuroi, mahou, chimimouryou, kanashii, eiga, shichou, daibouken, risu, motto, tabi, urusai, subete, daasu, ike, arimasu, mo, enpitsu, musuko, jougi, tamago, uragiru, beddo, niji, kioku, renkin
|
|
 |
|
Το ξέρετε ότι αυτή η λέξη έχει μπει στην λίστα μας από τα ίδια μας τα μέλη; Εάν επιθυμείτε να προσθέσετε και εσείς μια λέξη που λείπει από την λίστα, πατήστε εδώ.
| |
| Τελευταίες Καταχωρήσεις Τίτλων |










|
| Τελευταίες Παρουσιάσεις Τίτλων |










|
|
|


 |
|
17/09

15/09

14/09

14/09

14/09

11/09

11/09

11/09

11/09

11/09

|
 |
|