Λεξικό
toki
Στην Ελληνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη " toki" σημαίνει: ώρα (στιγμή)

Στην Ιαπωνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη "toki" γράφεται ως:
|
|
 |
|
| Η λέξη δημοσιεύτηκε από τον χρήστη Yoruichi στις 07/10/2007 και έχει προβληθεί 3526 φορές από επισκέπτες. |
|
 |
|
|
dairiseki, en, zumen, netsu, watakushi, hajime, riku, ni, sora, toshokan, ki, tokei, oni, ai shiteru, janken, batsu, otoosan, aoi, aki, tsubasa, yoru, yume, wara, makoto, tantei, chinmoku, yokan, betsuri, kami, fuyu, furo, yorokobi, suki, shigoto, atarashii
|
|
 |
|
Το ξέρετε ότι αυτή η λέξη έχει μπει στην λίστα μας από τα ίδια μας τα μέλη; Εάν επιθυμείτε να προσθέσετε και εσείς μια λέξη που λείπει από την λίστα, πατήστε εδώ.
| |
| Τελευταίες Καταχωρήσεις Τίτλων |










|
| Τελευταίες Παρουσιάσεις Τίτλων |










|
|
|


 |
|
17/09

15/09

14/09

14/09

14/09

11/09

11/09

11/09

11/09

11/09

|
 |
|