Λεξικό
otoko
Στην Ελληνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη " otoko" σημαίνει: άνδρας

Στην Ιαπωνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη "otoko" γράφεται ως:
|
|
 |
|
| Η λέξη δημοσιεύτηκε από τον χρήστη Monkey D Luffy στις 17/09/2007 και έχει προβληθεί 3549 φορές από επισκέπτες. |
|
 |
|
|
te, kudasai, kirei, yoru, kakehiki, hansamu, mon, kuuki, noroi, kami, jougi, ima, ku / kyuu, tanuki, fumetsu, tatsumaki, arimasu, toge, kaizen, haru, kuchi, jikan, ishi, ise-ebi, toko, gohan, donoyouni, otoko, mau, toshokan, bakemono, ase, genzai, dansei, hachu-rui
|
|
 |
|
Το ξέρετε ότι αυτή η λέξη έχει μπει στην λίστα μας από τα ίδια μας τα μέλη; Εάν επιθυμείτε να προσθέσετε και εσείς μια λέξη που λείπει από την λίστα, πατήστε εδώ.
| |
| Τελευταίες Καταχωρήσεις Τίτλων |










|
| Τελευταίες Παρουσιάσεις Τίτλων |










|
|
|


 |
|
17/09

15/09

14/09

14/09

14/09

11/09

11/09

11/09

11/09

11/09

|
 |
|